ἔλλοπος

ἔλλοπος, ,
A v. ἔλλοψ 1. [full] ἐλλοπώ· ἀγαθήν, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔλλοπος — masc nom sg ἔλλοψ dumb masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλλοπος — ο βλ. έλλοψ …   Dictionary of Greek

  • ἐλλόπους — ἔλλοπος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλόπων — ἔλλοπος masc gen pl ἔλλοψ dumb masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλλοψ — ἔλλοψ, ο, η και ἔλλοπος και ἐλλός, ο (Α) 1. (ως επίθ. τών ψαριών) άφωνος («ἔλλοπας ιχθῡς») 2. ως ουσ. α) οποιοδήποτε ψάρι β) ονομασία ψαριού γ) φίδι …   Dictionary of Greek

  • ἔλλοπ' — ἔλλοπε , ἔλλοπος masc voc sg ἔλλοπα , ἔλλοψ dumb masc/fem acc sg ἔλλοπι , ἔλλοψ dumb masc/fem dat sg ἔλλοπε , ἔλλοψ dumb masc/fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.